Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011


      ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, η οποία από τις 21 Απριλίου 1967 είχε επιβάλλει καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1973, όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Ζητούσαν την κατάργηση του Ν.1347, ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική στράτευση όσων ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Η αστυνομία, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, εισήλθε στο χώρο του ιδρύματος, συνέλαβε 11 φοιτητές και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της «περιύβρισης αρχής». Οι 8 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ενώ περίπου 100 άλλοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές τους και να ντυθούν στο χακί.
Επτά ημέρες μετά τα πρώτα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 21 Φεβρουαρίου οι φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής σχολής στην Αθήνα, προβάλλοντας τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η Χούντα» και «Ζήτω η Ελευθερία».
Από την ταράτσα του κτηρίου καλούν το λαό της Αθήνας να συμπαρασταθεί στον αγώνα τους για δημοκρατικές ελευθερίες και απαγγέλλουν τον όρκο:
«Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στ' όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση:
α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών,
β) του πανεπιστημιακού ασύλου,
γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων. Επρόκειτο για μια ανοιχτή πρόκληση προς το καθεστώς της δικτατορίας, για την πρώτη, ουσιαστικά, δυναμική απάντηση του φοιτητικού κινήματος στη δικτατορία.
Η αστυνομία επενέβη και πάλι για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η βίαιη εκδίωξη των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγωνιστικότητά τους.
Η κατάληψη της Νομικής τον Φλεβάρη του 1973, ήταν αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας εμπνευσμένης και επίμονης αγωνιστικής διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε από την πρώτη μέρα της δικτατορίας. Αφετηρία του αγώνα ήταν το αίσθημα έσχατης ταπείνωσης που ένιωθε ο λαός, αίσθημα που σταδιακά τον οδήγησε στην ανάπτυξη διαφόρων μορφών αντίστασης ενάντια στο δυνάστη του.

Αρχικά η λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράστηκε με μεμονωμένες αποδοκιμασίες και δηλώσεις, κύματα εξόδων από τη χώρα και ανάπτυξη αντιστασιακών ομάδων στο εξωτερικό και με τη συσπείρωση αποφασιστικών ανθρώπων σε ομάδες αντίστασης. Οι πρώτες αυτές αντιστασιακές ομάδες κυκλοφόρησαν κρυφά εμπρηστικές για το καθεστώς προκηρύξεις, έγραψαν παντού συνθήματα και διοχέτευαν πληροφορίες για την πραγματική κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας στον ξένο τύπο. Αποτέλεσμα των οράσεων αυτών ήταν η ενημέρωση της διεθνούς αλλά και της εγχώριας κοινής γνώμης για τη δυσαρέσκεια που ένιωθε ο λαός και η συσπείρωσή της.
Στη συνέχεια, έναν περίπου χρόνο μετά, αντιστασιακές ομάδες αναπτύσσουν δυναμικότερη μορφή αγώνα, με βόμβες κυρίως, με στόχο να περάσουν το μήνυμα της βούλησης και δυνατότητας κλιμάκωσης του αγώνα. Οι μέθοδοι καταστολής (βασανιστήρια, εξορίες, εκτελέσεις) που υιοθετήθηκαν έδειξαν το πραγματικό πρόσωπο του φασιστικού αυτού καθεστώτος. Σύντομα, η θύελλα δημόσιων αποδοκιμασιών και αντιδράσεων που ξεσηκώθηκε οδήγησε στην αποπομπή της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε, το καθεστώς, σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να παραπλανήσει την κοινή γνώμη, προβαίνει στην κατάργηση του μέτρου της προληπτικής λογοκρισίας.
Μετά την ενέργεια αυτή του καθεστώτος, ο Τύπος, πολιτικοί ηγέτες, καλλιτέχνες και διανοούμενοι της εποχής εκφέρονται ανοιχτά κατά του καθεστώτος, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας γενικότερης κοινωνικής αναταραχής, η οποία εκφράστηκε στα χρόνια 1971 -72 με την οργάνωση και αντίσταση των εργαζομένων και την περαιτέρω δραστηριοποίηση του φοιτητικού κινήματος. Νέα μέθοδος αγώνα: η διεκδίκηση συνδικαλιστικών αιτημάτων και ελευθεριών. Οι φοιτητές ζητούν εκλογές και όταν το αίτημα τους απορρίπτεται προβαίνουν σε μια πρώτη κατάληψη της Νομικής Σχολής. Τη σκυτάλη παίρνουν, τώρα, και οι Ένοπλες Δυνάμεις, κλονίζοντας το κίνημα στη βάση του.
Τότε, το καθεστώς αναδιπλώνεται πολιτικά και υιοθετεί ένα θεσμικό ψέμα: το στόχο της δήθεν φιλελευθεροποίησης και την κατασκευή της πολιτικής κυβέρνησης Μαρκεζίνη. Ο λαός εξεγείρεται και τότε έχουμε τα πολιτικά κατορθώματα της κατάληψης της Νομικής Σχολής και του Πολυτεχνείου.
(Ομιλία Γ.Α Μαγκάκη)
ΑΠΟ ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Την εποχή εκείνη, φθινόπωρο 1972 με άνοιξη 1973, υπήρχε μια αίσθηση κοινωνικής ανοχής, η εσωτερική αντίσταση ήταν μηδαμινή καθώς ο έντονος ο φόβος στις διαπροσωπικές σχέσεις δεν άφηνε πολλά περιθώρια για οργάνωση των πολιτών ενάντια στο καθεστώς. Οι αντιστασιακές οργανώσεις της εποχής ήταν παράνομες ή φυλακισμένες.

Η λιγοστή πληροφόρηση του λαού προερχόταν από συγκεκριμένες στήλες εφημερίδων και από τα διάφορα παράνομα έντυπα που κυκλοφορούσαν. Το αίτημα για εκλογές και η δημοσίευση του στα ΝΕΑ έφερε αμηχανία αλλά και αντιδράσεις, κυρίως στο εξωτερικό της χώρας. Σιγά σιγά άρχισε να καταρρέει το κλίμα της σιωπής που επικρατούσε και άρχισαν οι πρώτες καταλήψεις.
0ι καταλήψεις αυτές ήταν αυθόρμητες αντιδράσεις του λαού. Αντιθέτως, τονίζει, προηγήθηκε συνεννόηση και οι φοιτητές ενημερώνονταν τηλεφωνικά για τις καταλήψεις.

Η πρώτη κατάληψη της Νομικής έληξε μετά από διαπραγματεύσεις των φοιτητών με την πρυτανεία της Σχολής, ενώ στη δεύτερη παρενέβη η αστυνομία με αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό και τη σύλληψη πολλών φοιτητών.
Ι.ΔΡΟΣΟΣ
 TO XΡONIKO ΤΗΣ ΕΞΕΡΓΕΣΗΣ
Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων. Το πρωί εκείνης της ημέρας οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς.
Ακολούθησαν συνελεύσεις φοιτητών στην Ιατρική και στη Νομική σχολή. Μάλιστα, οι φοιτητές της Νομικής εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού και ανάκληση του Ν.1347 για την αναγκαστική στράτευση των φοιτητών.
Όσο περνούσε η μέρα άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο.Η αστυνομία αποδείχθηκε ανίκανη να εμποδίσει την προσέλευση του κόσμου. Το απόγευμα πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία.
Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτίριο του Χημικού και αργότερα στο κτίριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Επιπλέον, στο Πολυτεχνείο εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι, που δούλευαν μέρα - νύχτα, για να πληροφορούν τους φοιτητές και τον υπόλοιπο κόσμο για τις αποφάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής και των φοιτητικών συνελεύσεων. 
 Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών, που έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ, σε τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Αθηναίοι. Στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους ενθουσιώδεις και δημοκράτες Αθηναίους από τους προβοκάτορες.
Η πρώτη αντίδραση του δικτατορικού καθεστώτος ήταν να στείλει μυστικούς πράκτορες να ανακατευθούν στο πλήθος που συνέρρεε στο Πολυτεχνείο και να ακροβολήσει σκοπευτές στα γύρω κτίρια. Στις 16 Νοεμβρίου μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο έξω από το Πολυτεχνείο, με γκλομπς, δακρυγόνα και σφαίρες ντουμ-ντουμ. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Όσοι έμειναν έστησαν οδοφράγματα ανατρέποντας τρόλεϊ και συγκεντρώνοντας υλικά από νεοανεγειρόμενες οικοδομές, και άναψαν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα. Αργότερα, η αστυνομία έκανε χρήση όπλων, χωρίς όμως να πετύχει το στόχο της, την καταστολή της εξέγερσης.
Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν διαπίστωσε ότι η αστυνομία αδυνατούσε να εισέλθει στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το στρατό. Κοντά στο σταθμό Λαρίσης συγκεντρώθηκαν τρεις μοίρες ΛΟΚ και μία μοίρα αλεξιπτωτιστών από τη Θεσσαλονίκη. Τρία άρματα μάχης κατέβηκαν από το Γουδί προς το Πολυτεχνείο. Τα δύο στάθμευσαν στις οδούς Τοσίτσα και Στουρνάρα, αποκλείοντας τις πλαϊνές πύλες του ιδρύματος και το άλλο έλαβε θέση απέναντι από την κεντρική πύλη. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ζήτησε διαπραγματεύσεις, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.
Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου το άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει. Έπεσε πάνω στην πύλη και την έριξε, παρασέρνοντας στο διάβα του μία κοπέλα που ήταν σκαρφαλωμένη στον περίβολο κρατώντας την ελληνική σημαία. Οι μοίρες των ΛΟΚ, μαζί με ομάδες -μυστικών και μη- αστυνομικών, εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και κυνήγησαν τους φοιτητές, οι οποίοι πηδώντας από τα κάγκελα προσπάθησαν να διαφύγουν στους γύρω δρόμους. Τους κυνηγούσαν αστυνομικοί, πεζοναύτες, ΕΣΑτζήδες. Αρκετοί σώθηκαν βρίσκοντας άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες, πολλοί συνελήφθησαν κα μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στις 17 Νοεμβρίου συνελήφθησαν 840 άτομα. Όμως, μετά τη Μεταπολίτευση, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανακρινόμενοι, ανέφεραν ότι οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τα 2400 άτομα. Οι νεκροί επισήμως ανήλθαν σε 34 άτομα. Στην ανάκριση που διενεργήθηκε το φθινόπωρο του 1975 εναντίον των πρωταιτίων της καταστολής εντοπίστηκαν 21 περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού. Ωστόσο, τα θύματα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερα, διότι πολλοί βαριά τραυματισμένοι, προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, αρνήθηκαν να διακομιστούν σε νοσοκομείο.
Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά στις 25 Νοεμβρίου ανατράπηκε με πραξικόπημα. Πρόεδρος ορίστηκε ο αντιστράτηγος Φαίδων Γκιζίκης και πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Όμως ο ισχυρός άνδρας του νέου καθεστώτος ήταν ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, που επέβαλλε ένα καθεστώς σκληρότερο από εκείνο του Παπαδόπουλου.
Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης και ο αντιστράτηγος Ντάβος, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού, κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.