ΣΚΟΡΠΙΑ ΛΟΓΙΑ
Ο δρόμος με τα πέταλα /
Κάτω από το φως του φεγγαριού που λούζεται η νύχτα ψάχνω ένα κόκκο ποίησης στην αμμουδιά που ματώνει τη φτέρνα μου.
Η καρδιά μου σπασμένος καθρέφτης μιας άτεκνης εποχής . Ανασαίνω σαν τον Προμηθέα μέσα από τις στάχτες... Το στήθος μου δεμένο με βαριές αλυσίδες... Σκληροί λωτοί του αιδοίου, μόνο στους έξω πόλους αν αφεθούν θα μαλακώσουν!!!
Πες το σαν να υπήρχε εκεί να φωτίζει το άδειο σου φως.
΄Αδολη αγάπη/
Βρήκα μία άδολη αγάπη να στέλνω χαιρετίσματα στα λουλούδια του χειμώνα, κόκκινα να βγαίνουν γεμάτα με ανθηρούς μύστες.
Με ανοιχτή προσμονή ένα δυνατό απάντημα μιας γαλήνιας ψυχής που επαφίεται στην παλάμη της γης.
Μακρινό όραμα μιας φιλόξενης σχέσης προχωρά σε δύσβατα μονοπάτια από την αρχή της πίστης στο κέντρο της αβύσσου.
Βρήκα μια άδολη αγάπη να ποτίζει το χώμα γυναίκα,
τη θάλασσα βροχή, την άμμο ηλιαχτίδες.
Βρήκα μια άδολη αγάπη,
Ματαιοπονία/
Βράδιασε…Ωρα να σηκωθούμε• το νεκρό μπουκάλι από μπύρα φωτίζεται από το φως σου•
Σε ένα ξεψυχισμένο βάζο με λουλούδια βάζεις ζωή • το νερό ξέχειλο κυλάει στο τραπέζι και χύνεται, στο κατάλευκο σου φουστάνι• τα πόδια σου βρέχονται, τα μάτια σου βρέχονται• είναι εκεί, σκουπίζει τα δάκρυα με τις μπούκλες των μαλλιών σου.
Τα μάγουλα κατακόκκινα από ντροπή και εκεί στην άκρη των χειλιών ένα τρελό πετάρισμα. Το ξέρω• το αίμα σου κυλάει στο τραπέζι και η καρδιά σου μπροστά σου ακριβώς, μέσα στο βαθύ πιάτο.
«Τελειώσαμε» μου πες.
Μετά μια καινούρια ζωή.
Κοιμάμαι• πάνω στο ξεραμένο χορτάρι σκέφτομαι αυτούς που κρίνουν την τέχνη.΄/
Στρουθοκαμηλισμός
TOTEM
Βόγγος και λυγμός στα στήθια διατείνονται εμπρός
με τη φύση ανοιξιάτικο φύλλο σε κοίλο φως.
Νιώθω ότι δεν μπορώ να ακουμπήσω στη γη άλλο πια, ωσότου φτάσω τα πλήκτρα του τοτέμ που στέκει και με κοιτάζει σε παγωμένη έρημο...Με καλεί σε θυσία γυμνή χωρίς πόδια... Χωρίς χέρια... Μόνο σώμα και ψυχή από αλάβαστρο.... Μόνο με μια ζώνη κοραλλένια και μια χίπισσα ορμή…Με περιμένει να στολιστώ με λουλουδένια υφάσματα και μια άγρια ανεμοδούρα για κόμη σε τεντωμένο σκοινί…
Αχαμνός /
Άκου, Μεγάλε, η γοητεία του μυαλού σε πάει αλλού! Με της Ήβης τη σαγήνη
παλαμουριάζεσαι , τραβιέσαι λύκος άνθρωπος να ανοίξεις, να τεντωθείς να φτάσεις
να ταΐσεις τον στεναγμό . Για να ξαναρχίσεις από χαμηλά ...αχαμνός! Του μυαλού,
σφυροκοπούν στα αυτιά Κάλβοι Ποιητές , με ένα σφύριγμα άγριου αγέρα και ένα άτι
σου δαγκώνει τη ματιά. Της ήβης ζητάς να σβήσεις τη φωτιά με φωτιά! Δε πάνε
αλλού αυτά... Εντός εκτός και επί τα αυτά!
Είναι γλυκός ο άλλος
τόπος, διάφανος και καθάριος •
παίζει ψυχή στο δροσερό χορτάρι και ο ουρανός,
μία σπιθαμή ποίηση από σένα!
Επιθυμίες/
Ζητά μου, να σου φτιάξω ένα πουπουλένιο πλεκτό να σκεπάζεσαι τις νύχτες με την Πούλια•
Άφησε για λιγάκι τη Σελήνη, κι ο Αυγερινός κοιτάζει με παράπονο...
Δεν την ορίζει πια Βασιλιά, ο Νους• Ζήτα μου κι ένα βάζο γλυκό, ό,τι απόμεινε από τα Συμπόσια του Διονύσου, τα ξέφρενα.
Αυγουστιάτικα κάνει τόση ζέστη, που το φεγγάρι βγαίνει τις νύχτες να λουστεί στα κρυφά, εκεί που πνίγονται οι αναστεναγμοί•
Είναι που Πριγκίπισσα μονάχη απόμεινε η Ανάσα...
Η θάλασσα εξακολουθεί αδιάκοπο τραγούδι ξεψυχώντας στο πάφλασμα.
Τόσο φως... Δε φυλακίζεται…Κι ο Αύγουστος μοιραίνει τις καρδιές απάνθρωπα!!
Γυρισμός/
Ξαναγυρνάμε απειλητικά, προς τις αβαθείς όχθες• Γλιτώσαμε με την ψυχή στο στόμα τα έλη που σπρώχνει το ρημαγμένο χωριό, μακριά από τις ρωγμές του χρόνου. Δίπλα αιώρες, ψήνονται καταστάσεις• ένα ούζο για παρέα, κουβεντιάζοντας με τα μάτια. Ένα «τίποτα» ένα «πες»…
-Παλιοκόριτσο, μ΄άφησες και περίμενα τόσο καιρό, ώσπου να φτάσω να φιλήσω τη βρεγμένη άμμο. Απλώνω αυλακιές στη ροή του ποταμού• ήταν ο ασπασμός σου σε βαθύ φαράγγι βουτιά στο άβατο, με τους αχινούς να διαλαλούν ότι τα νερά καθάρισαν, όμως τα αγκάθια πονάνε. Απλωμένοι στίχοι στα πέρατα της ανατολής , άθεο κάτοπτρο του λευκού αυγού, γυμνού κορμιού.
Να ξανάρθεις, σαν τη βουή του ανέμου στην έξαψη του φωτός. Να ξαναγίνεις ταξίδι στον αντίλαλο της Γκαμήλας, που σε πάει μακριά μετά το Πεντάλοφο, σαν σκιά του ονείρου πίσω από την πόρτα. Με μιαν αλμύρα στο δάκρυ, το θαλασσινό. Κρατιέμαι ακόμη…ψυχικό στερέωμα όταν αγριεύει ο καιρός, οι σταλαγματιές στα γυμνά κλαδιά της βερικοκιάς.
Να ξανάρθεις,
Αναστάτωση /
Φωνές ακούγονται από μέσα• κάποιος χτυπάει την πόρτα..
«Ανοίξτε, ανοίξτε… θέλω να κατοικήσω σε τούτο εδώ το σπίτι !!»
«Ποιος είσαι;» φωνάζει η μάνα!
« Ένας ξένος» απαντά η φωνή!
«Και τι ζητάς;» ρωτάει η κόρη.
«Είμαι η παρουσία (ή απουσία) των αιώνων. Χρόνους κουβαλώ και στάθηκα να ξαποστάσω!»
Ασυγχώρητη/
Γιορτάζεις• το ξέρω! Στείλε μου ένα κέρασμα τριανταφυλλιάς και τη δροσιά από το πηγάδι. Απόμεινα μοναχή• μόνη στον αχό της είδησης, ότι πέρασαν τα ασθενοφόρα να δουν τι έχω•
…είναι και αυτός ο ήχος από το ξυπνητήρι που με ξεσηκώνει ,αργά! Φοβάμαι τώρα μήπως ξυπνήσουν οι ώρες και μας καταβροχθίσει τα φιλιά ο χρόνος ανηλεής…Σταμάτησε το ξυπνητήρι• δεν ετοιμάστηκα ακόμα• ο κύβος ερρίφθη…
Ας γιορτάσουμε σε άλλο περιβόλι •στο ένα ποδάρι υποβαστάζοντες •όπως φαίνεται δεν χρειάζονται κι άλλες θυσίες.
Η φωτιά θα ανάψει• θα τσικνίσουμε κιόλας, με ιδέες, δίπλα στο άσπρο πηγάδι• δεν έχω πού αλλού να ακουμπήσω τις μαργαρίτες .
Ποιος άλλος θα τό ‘βρει… αν με αγαπά- δε με αγαπά;
Εγκλεισμός/
Σου δίνω το χέρι• βγάλε γρήγορα αυτές τις πιτζάμες• όχι άλλες ριγωτές καταδίκες •μη μας πάρουν είδηση οι φύλακες .
Οι φούρνοι ανάβουν• έδωσα το δαχτυλίδι που γράφει το όνομά σου… θα μπει στην κασέλα με τα άλλα ονόματα• μας έχουν κλείσει μέσα• τα κρεματόρια δεν χωράνε άλλους γυμνούς•
Ρίξε κι άλλο ξύλο στη φωτιά• κρυώνω…
η ψυχή μου έχει κοκαλώσει• δεν έχω χέρια μόνο καρπούς που μου άφησε η αγάπη σου.
Σταμάτησε το χιόνι• συνήλθα τώρα• ένα μέταλλο στο αριστερό αυτί στην ίδια ευθεία με τη δική σου απουσία… Πρέπει να το στρώσει απόψε… Οι άγγελοι δεν περιμένουν…
Βασανιστήρια/
Τι παράξενο κρύο…΄
Ήρθες• άξαφνα σαν το χιόνι η ανάσα σου θα ζεστάνει τα φύλλα της ξερολιθιάς… παγωμένος αέρας γύρω στους ώμους•
κρύσταλλο η ματιά σου• αίμα στάζει…λιώσαν οι σταλαγμίτες της νυχτιάς.
Ούτε ένα τηλεφώνημα…στα ψέμματα…έχουν φράξει οι δρόμοι από τα ασθενοφόρα• το΄χουν οι μέρες και τα συρματοπλέγματα ανοιχτά …πέρασαν κι άλλοι πρόσφυγες…στήσε τη σκηνή …το θεάτρο με τις λάσπες κόλλησε…η ίδια παράσταση κάθε μέρα …κάθε ώρα… ένα φιλί για εισιτήριο…... τώρα ήλιος καυτός, σαν μεσημέριασε... Κι είναι άδειο το τσουκάλι... Π
όσοι θα χορτάσουν με ένα αυγό... Η πείνα σέρνεται να φτάσει το ψωμί του φιδιού...
Ας γίνει διάλειμμα, διάλειμμα...
Η Τελεία/
Και να που ζωντάνεψε κι η τέλεια• και πήρε δρόμο• Θέλει να μπει στη σχεδία να τραβήξει το σύννεφο να γεμίσει ηλιόλουστες μέρες•
με τις μέλισσες να συζητούν ζωηρά για τον τρύγο•
«Πού χάθηκε ο ανθός μας;»
Στη σκιά μιας ρυτίδας που διπλώθηκε με κόπο και λύπη•
«Που χάθηκε η νιότη μας;»
Πίσω από κάτι φωτογραφίες με χαμόγελα και φωτεινά μάτια, να κυνηγούν τη χαρά στα ξενύχτια και στις ηδονές•
« Πού χάθηκες, εσύ;»
Στο μέσα περιβόλι με τα οπορωφόρα•
Δες, η μανταρίνια πως μεγάλωσε με το ίδιο φουστάνι •
η αχλαδιά έριξε τα φύλλα αδιάντροπα και περιμένει τώρα ένα κούνημα της πηγής ως την καινούρια Άνοιξη•
Κι η Τελεία έγινε Παύλα -
Αυθεντίες/
Αυθεντία στο είδος του• χαρακτήριζε ανόητους όσους τους μιλούσαν γι΄αυτά που ο ίδιος αγνοούσε .
Ε, λοιπόν ,αυτός ο καθηγητής έμοιαζε με παραφουσκωμένο γάλο •κι άλλες φορές μας έκανε τον κόκορα, έτσι που τίναζε τα χέρια του στον αέρα και κοιτούσε το ταβάνι ευχαριστώντας το Θεό, που είχε γεμίσει το κεφάλι του με τόσες… τρίχες• με το κομπολόι στο ‘να χέρι και με την άσπρη πίπα στο άλλο, ποτέ άδεια πότε μπήγοντας ένα από τα μισοτσίγαρα που φύλαγε στο τενεκεδένιο πορτοφόλι του και τον καφέ μέσα στο πλαστικό ποτηράκι παραδίπλα, θύμιζε μερακλή• βαρύς και ασήκωτος, αυτός ο καθηγητής•
Αυθεντία στο είδος•του φτάνοντας το τσιγάρο στο χείλος της πίπας το ξέμπηγε σαν ταχυδακτυλουργός και μετά με χορευτικές κινήσεις μας έδινε και μία ιδέα από κλασικό μπαλέτο •το έργο ήταν σπουδαίο «η συντριβή ενός μισοκομμένου αποτσίγαρου»• το ακροατήριο με μάτια γλαρά στεκόταν άφωνο, μπροστά στην ηρωική πράξη περιμένοντας τη συνέχεια• η λειτουργία συνεχιζόταν με το ίδιο τροπάρι •
Ο σκηνοθέτης, συγγνώμη… ο παπάς, συγγνώμη ο καθηγητής ήθελα να γράψω σήμερα ξέχασε αυτά που προετοίμαζε χθες όλη μέρα και μας μίλησε για σύμβολα• τα κατάφερε πάλι• όμως, μακάρι την άλλη φορά να έχει περισσότερα σύμβολα, ε ε ε συγγνώμη ,μνήμη!!!
Ασπρογέρακας/
Ένας γέροντας ασπρογέρακας
μιλώντας στα παιδιά του
την κόρη του ξεφώνιζε•
δε ράγισε η καρδιά του!
Ό,τι σου έδωσα, σου έδωκα • αλλά τώρα δεν έχει και βγες από την πόρτα μου και πήγαινε παρέκει.
Μετά τα τόσα ψέματα, την τόση αδικία
ο γέρος με ετρελάθηκε και λέει της θυγατέρας
« Σου δίνω πάλι τα πανιά, σου δίνω και τη σκάφη• τ΄ έρημο χωράφι».
Εγώ κάνω το όνειρο ,κάνε και εσύ το θάμα,
για να βρεθούμε κοντινά πάλι μαζί κι αντάμα!
Πόνος/
Όταν ζητάς ένα δάκρυ
άκου τον ήχο της φυσαρμόνικας,
τον τριγμό της κιθάρας*
... και μη θαρρείς*
Κι ο πόνος ξεγελιέται, αθώα όπως ήρθε και φώλιασε μικρό παιδί, που γέρεψε όλες τις πληγές παιδεύοντας τες!!!
Ρυτίδες/
Τα Σημάδια του χρόνου που χαράχτηκαν με την αγάπη του δημιουργού τους!!
Οι σκιές που φωτίζουν τις διαδρομές από το χάραμα μέχρι το σουρούπωμα !!!
Η πλήρης αρμονία, όταν η ανθισμένη νιότη δίνει τη θέση της στα χιονισμένα γηρατειά σε μια άρρηκτη πορεία αρχής τέλους !!!!!
Οι λέξεις/
Βουνό οι λέξεις σωρεύτηκαν σε όλες τις ηπείρους, εγκυμονώντας'
καθρεφτίζοντας το είναι και το έχειν.
Για να κατοικήσουν στο ίδιο σώμα που ίπτατε και αιωρείται δίχως τις αλυσίδες.
Φτερά οι λέξεις για να στηθεί η κιβωτός των υπάρξεων που ανυπομονούν για τη θέωση.
Οι μύστες βουβαίνονται, σωπαίνουν.
Οι λέξεις καρφώθηκαν στο χώμα,. Βράχηκαν. Δεν τις ξεπλένει η όξινη βροχή.
Τις τρώει, τις διαλύει.
Η γλώσσα ένα όχημα σκελετωμένο σε νεκροταφείο ασυρμάτων.
Διαφωνίες/
Η ηδονή τρώγεται με τη λαγνεία ποια έχει γεννηθεί για παραμείνει νέα και όμορφη!!
Η ηδονή τότε κοιτάζει την αθωότητα... Και γεννά κλώνους... Η λαγνεία το σκοτάδι..
8 Μάρτη/
Οι μανάδες, λέει δεν πεθαίνουν• Βγαίνουν για σεργιάνι στις βόλτες του Ουρανού • και να τσουπ , ξανά στο προσκεφάλι μας με ένα όνειρο στο μέλλοντα νου.
Με ένα διάφανο φόρεμα και ένα ξαλάφρωμα• στέκουν στην απέναντι όχθη, στο μοναδικό τους ύψωμα αδειάζοντας από τις δουλειές στη σκάφη με τα ρούχα και μετά για ζύμωμα και για τάισμα ,για ξύλα και για σάρωμα• Είδες, δεν πήρε ακόμη χρώμα η αυλή, από τις στάχτες απόμεινε έρημο και γκρίζο το τοπίο• Κι εκεί στο βάθος το μπλε της θάλασσας και του Ουρανού το γαλάζιο, ω καινούρια πατρίδα που δε σε γνώρισα... Ναι, οι μανάδες δεν πεθαίνουν •γυρίζουν να μαζέψουν το αλεύρι που κοσκίνιζαν για την κληρονομιά μας• να καθαρίσουν τα λέπια από τις λαχτάρες που περάσαμε•
Οι μητέρες δεν πεθαίνουν• Ξανάρχονται πιο νέες και πιο λυγερόκορμες περνώντας από τα χωματένια τρίστρατα και χώνονται μες το όνειρο •πρέπει να βρει χαμόγελο και χάδι η συμβουλή που ξεχάστηκε!
Καπετάνισσες/
Κυρούλα και αφέντρα στον τόπο της• Ακόμα προσμένει τους ξενιτεμένους της με το ποτήρι του αποχωρισμού στο τραπέζι, γεμάτο δάκρυ, και ένα τραγούδι στα στήθια για το καινούργιο απάντημα• Η θάλασσα την ξεπλένει στην εργατικότητα και αφήνει το αλάτι της στα χέρια για τα πήγματα στον απόισκιο της μέρας• Η τσαντίλα, ξέβγαλμα του αφρόγαλου κρέμεται στο συρματόπλεγμα• Το μεσάλι διπλωμένο, πάντα αποθέτει τον επιούσιο, όταν έρχονται τα παιδιά της για τάισμα• το κρασί στο κελάρι με τις δροσοσταλίδες, για να μεθάει ένα γύρο τις ώρες του κεφιού• κεφάλια αγαπημένων σπλάχνων και επίτιμων φιλοξενίας αξεπλήρωτης.
Ο κήπος σκαμμένος• κι εδώ κεφάλια σπαρτά και φυτέματα, μαζέματα όλων των εποχών •πιο δίπλα κακαρίσματα, γεννήματα δίκροκα και βατέματα απειροελάχιστων διαδρομών.
Απέχει τώρα από τα λιομαζώματα• στην πλάτη, βουνό έγιναν οι στενοχώριες και βραχνάδες οι λύπες και τα βάσανα• Όμως αντέχει, γιατί τα καλύτερα δεν τα γνώρισε ακόμα και έχει πάντα πρόθεση για κάτι τέτοιο• αναμερίζοντας τα τελώνια που της φάγαν και το γάιδαρο •απόμεινε μονάχη να κρατά όλο το χρυσάφι από τις πόρτες προτού γυρίσει και το τελευταίο μάνταλο
Χειμερία/
Ξαναγυρίζω εξ απαλών ονύχων• ανασηκώνω τη γραφή και κορφολογώ τις λέξεις•
Το αποφάσισα• δεν θα κοιμηθώ φέτος για χειμώνα •θα περιμένω έως ότου αλλάξει εποχή•
Είμαι καλά εδώ έξω, στο χορταράκι •κουβαλάω στο καβούκι μου τα γέλια των παιδιών που παίζουν στην αυλή• έχω καλά κρυμμένες τις ακτίνες του ήλιου στα μύχια μου• απαντάω κρυφά στο νερό, που κουνάει ανέμελο την ουρά του ότι το καλοκαίρι δεν είναι μακριά •θα ταξιδεύω στο περιγιάλι των αισθήσεων, ανασαίνοντας αρμύρα
Φουτουριστικό ή Μία τρύπια παράσταση/
…τι θυμήθηκα τώρα •εκείνο το μετρητό κέντημα με το χρωματιστό καμβά και τις πολύχρωμες κλωστές• που κένταγες τα βράδια του χειμώνα καθισμένη μπροστά στο τζάκι για να ξηλώνεις μαζί και τις ώρες της μοναξιάς• σε περίμενε και ο γαμπρός, αλλά αργούσε ακόμα το καλοκαίρι.
Ήρθα με ένα πιστολάκι να σου ισιώσω τα μαλλιά• δεν μπορούσε να σε περιμένει ατημέλητη• μόνο με μία χωρίστρα στα μαλλιά , αν τα άφηνα σγουρά, ίσως ήταν καλύτερα• δεν θα στα έπαιρνε ο αέρας• στραβωθήκατε τώρα και οι δυο πάνω στη μηχανή• από τα χρόνια με τόσο μεγάλους προβολείς, δεν βλέπετε πολύ καλά και ξύνεστε και οι δύο στη σκάλα προτού μπείτε μέσα στο σπίτι, για να μην λερώσετε τα χαλιά• και πριν καθίσετε στο τραπέζι για να φάτε κοιτάζεστε μεταξύ σας και λέτε , ας κάνουμε ακόμα μία φάρσα προτού βραδιάτικα μαζευτούν τα παιδιά• και σηκώνετε το τηλέφωνο και φτιάχνετε αριθμούς και νούμερα, και όποιον πάρει ο χάρος• πριν βγει από το δωμάτιο, αδειάζει τις τσέπες του και ξαπλώνει στο πάτωμα• κοιτάζει το κρεβάτι και σκέφτεται :Όταν θα γίνω Μαχαραγιάς θα έχω τετράδιπλο κρεβάτι για να κοιμάμαι με τα χρυσάφια μου• τώρα ας φροντίσω τα πουλιά μου• τα κλουβιά γίνανε 500 •μα μόνο ένα πουλί έρχεται, ένα παπαγαλάκι και μου λέει -Είσαι άμυαλος… Είσαι άμυαλος •νομίζω ότι το κάνει επίτηδες• πώς χώρεσαν τόσα πουλιά σε ένα κλούβιο κεφάλι•
Ξαναγύρισε σελίδα και συνέχισε να διαβάζει• οι εφημερίδες βούιζαν πάλι.
ΑΝΑΚΩΧΗ
Η πύλη άνοιξε πρωί... Πριν βγω σκότωσα τη μνήμη για να σε θυμηθώ... Δεν πρόλαβα να βγάλω τη στολή • Ήρθα κατευθείαν στο ραντεβού...
Έχω εντολή •Ο λοχαγός ήταν αυστηρός... Κάψτε όλα τα στρατόπεδα και αφήστε τις χήρες που μένουν ανύπαντρες και ανέρωτες να παίξουν με τις άκρες από τις φλόγες, σα να΄ ταν τα δάχτυλα των ανδρών τους, που με λαχτάρα και πόθο και πάθος και ηδονή φιλούσαν τις φλογισμένες νύχτες• πάρτε φωτιά και τσεκούρι και κάψτε- κάψτε τους κακούς• αυτούς που πλέκουν ακάνθινα στεφάνια και τα καρφώνουν στην καρδιά• όμως, προσέξτε• αφήστε τα κρινάκια και τα μικρά ανθάκια να ανθίσουν• να σηκώσουν κεφάλι και να ανθίσουν• να ανοίξουν και να πετάξουν• να γίνουν πουλιά και να πετάξουν• και όταν νυχτώσει κλείστε τα μάτια στο φως του φεγγαριού μη φεγγίσει περσότερο από ότι πρέπει• κι αφήστε τις Νεράιδες να λικνίζονται, κούνια καθώς θα κάνουν κρεμασμένες στην ανεμόσκαλα που βρίσκεται στο πόδι του φεγγαριού•
Προλαβαίνουμε για μια αγκαλιά• χαρούμενη σε βλέπω...άναψε κι ένα λυχνάρι•
Έννοια σου, δεν αργεί να νυχτώσει•
Πώς γίναμε έτσι *
…κοιτάζω τα παπούτσια μου, φθορά• Πόση κούραση... δεν ξέρω πώς θα φτάσω στον ήλιο• Κι έχουν αιώνες να περάσουν αθόρυβα διάττοντες αστέρες... Μόνο αυτοί που κροτάλισαν γύρω από τη βιγκόνια στο απάγκιο έσωσαν να βρεθούν• Θα ετοιμάσω ευγενική υποδοχή... Το καράβι στολίζεται, στο υπόγειο είναι• Τα δέντρα κλαδεύτηκαν γεναριάτικα, ότι πρέπει• Η ελιά φυλάει τα ασήμια της για κόντρα με τα χρυσάφια της μέρας, που θα λάμψει μια καινούρια ανατολή• Το ψωμί δε βγήκε ακόμη• Η αυλή θα ασβεστωθεί τελευταία• Να φωτίσει το σπίτι... Και τα μάρμαρα, τα μάρμαρα θα τριφτούν με την αρμύρα• μη γλιστρήσουμε ξυπόλητοι από κάτω• θα ακουστεί με κρότο...δεν ξέρω καν τι• Είδηση, ο πόνος σήμανε βασανιστικά• Κι οι λέξεις, στιφάδο βουλωτό σε πήλινη γάστρα... Πεφταστέρια, χαμηλώστε στην ποδιά μου να σας κεράσω, γλυκό κυδώνι και αγιασμό• Οι διάττοντες έχουν δρόμο ακόμη...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
























